Αρχική Πολιτική ΓΙΑΤΙ Ο Κ. ΔΕΝΔΙΑΣ ΜΕΘΟΔΕΥΣΕ ΚΑΙ ΕΠΕΔΙΩΞΕ (ΠΑΣΕΙ ΘΥΣΙΑ) ΝΑ ΣΥΝΑΨΕΙ ΤΗΝ ΜΕΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ

ΓΙΑΤΙ Ο Κ. ΔΕΝΔΙΑΣ ΜΕΘΟΔΕΥΣΕ ΚΑΙ ΕΠΕΔΙΩΞΕ (ΠΑΣΕΙ ΘΥΣΙΑ) ΝΑ ΣΥΝΑΨΕΙ ΤΗΝ ΜΕΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ

Από antwnio

ΓΙΑΤΙ Ο Κ. ΔΕΝΔΙΑΣ ΜΕΘΟΔΕΥΣΕ ΚΑΙ ΕΠΕΔΙΩΞΕ (ΠΑΣΕΙ ΘΥΣΙΑ) ΝΑ ΣΥΝΑΨΕΙ ΤΗΝ ΜΕΙΟΔΟΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ;

 

Με το αναμενόμενο και καλοδεχούμενο από τη κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, σύμφωνο Τουρκίας-Λιβύης, του περασμένου Νοεμβρίου, οι δύο χώρες μοιράστηκαν την ελληνική ΑΟΖ από το Νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου μέχρι νότια της Κρήτης. Ακολούθησε η κατάθεση της συμφωνίας αυτής στον ΟΗΕ και πλέον η Τουρκία φαίνεται έτοιμη να προχωρήσει σε σεισμικές έρευνες και εν συνεχεία σε γεωτρήσεις, στην εν λόγω περιοχή.

Από τη στιγμή που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της τουρκικής κυβέρνησης η αίτηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίων ΤΡΑΟ για σεισμικές έρευνες σε περιοχές που βρίσκονται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, μια αντίστροφή μέτρηση ξεκίνησε. Είναι η αντίστροφη μέτρηση για την επαπειλούμενη απόλυτη τουρκική πρόκληση κατά των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και του ξεγυμνώματος της πολιτικής των Αθηνών.

Έως τώρα, η αντίδραση της ελληνικής πλευράς στις τουρκικές προκλήσεις υπήρξε χλιαρή αν όχι θεατρινίστικη. Περιορίστηκε στην αναζήτηση φραστικής κυρίως στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ και κατέφυγε στις γνωστές επικλήσεις του διεθνούς δικαίου. Όσον αφορά δε το εσωτερικό, από τους συνήθεις κύκλους προβλήθηκε ως «λύση» η προσφυγή στη Χάγη, αφού σε λύση με διαπραγμάτευση δεν δύναται να προβεί η Ελληνική κυβέρνηση, εξαιτίας του χάσματος, των εξτρεμιστικών απαιτήσεων του Ερντογάν από την μία πλευρά και των αντιδράσεων του Ελληνικού λαού από την άλλη, ως έκφραση μαξιμαλιστικών θέσεων κατά τον κ. Δένδια. Ακόμη και ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι «αν δεν μπορούμε να τα βρούμε με την Τουρκία, ας πάμε στη Χάγη και ας είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την όποια απόφαση».

Πρόκειται για τη συνέχιση και από την παρούσα κυβέρνηση μιας ιδιότυπης πολιτικής κατευνασμού, η οποία δεν προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για να «χτίσει» ένα πλαίσιο αποτροπής, αλλά για να μεταθέσει το πρόβλημα. Μπροστά στον διακηρυγμένο στόχο να αποφευχθεί μια σύρραξη, η Αθήνα φαίνεται να προβάλει ως βασική πολιτική επιλογή της την παραχώρηση μέσω «Χάγης» βασικών κυριαρχικών της δικαιωμάτων, με «αντάλλαγμα» την μακροημέρευση του μεταπολιτευτικού συστήματος.

Η πολιτική αυτή πηγάζει από την ακατάσχετη τάση των ελληνικών ελίτ (πολιτικών και οικονομικών) να υποχωρούν μπροστά στην Τουρκία. Στην πράξη, αυτό που θέλει και επιδιώκει η Αθήνα είναι να ανταλλάξει μερικά από τα δικαιώματά της με μια τουρκική υπογραφή, ελπίζοντας να την κατευνάσει. Έτσι όμως η Ελλάδα απλώς υπερτιμά την υπογραφή της Τουρκίας, σε μια προσπάθεια να κρατηθεί στην εξουσία, εξαπατώντας τον Ελληνικό λαό. Ακόμη και αν κάποιος έμπαινε σε μια τέτοια λογική, θα παρέβλεπε ηθελημένα ότι η Τουρκία είναι ένα κράτος που ουδέποτε τήρησε τις συμφωνίες της.

Η ελληνική πλευρά, παγιδευμένη σε αυταπάτες, επικαλείται μονίμως το διεθνές δίκαιο, αρνούμενη η ίδια δεν το εφαρμόσει για τον εαυτό της. Έτσι είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες που δεν έχουν επεκτείνει τα χωρικά τους ύδατα στα 12νμ και δεν έχουν ορίσει πλήρως την ΑΟΖ τους, όπως προνοεί το Νέο Διεθνές Δίκαιο.

Πώς λοιπόν η Ελλάδα ομνύει στην παντοδυναμία του διεθνούς δικαίου, όταν η ίδια έχει αποφύγει έως τώρα να το εφαρμόσει; Δεν είναι αυτό άραγε μια ομολογία ότι οι διεθνείς εξελίξεις καθορίζονται από τους συσχετισμούς ισχύος; Θα έπρεπε όλα αυτά τα χρόνια να είχαμε κάνει ότι μπορούσαμε για να βελτιώσουμε αυτούς τους συσχετισμούς. Όμως ως χώρα πράξαμε το αντίθετο. Έτσι σήμερα το πολιτικό σύστημα, το οποίο ουσιαστικά μας έφερε έως εδώ, μας καλεί να κάνουμε έναν οδυνηρό συμβιβασμό.

Όμως ο συμβιβασμός αυτός δεν είναι μόνο δυσάρεστος. Πάνω από όλα είναι ατελέσφορος. Διότι πάντα ισχύει αυτό που είπε ο Περικλής στο Μεγαρικό ψήφισμα αναφερόμενος στους Σπαρτιάτες: «αν υποχωρήσουμε τώρα σε αυτές τις απαιτήσεις τους, την αμέσως επόμενη μέρα θα μας ζητήσουν κάτι ακόμη μεγαλύτερο». Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά; Αφού το δίλημμα πόλεμος ή υποταγή θα ισχύει και την επομένη ενός «λελογισμένου» συμβιβασμού τον οποίο ονειρεύεται η Αθήνα με την Τουρκία.

Για την πλήρη κατανόηση του σοβαρού αυτού Εθνικού ζητήματος καλό είναι να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑΣ, 1977.

Οι ελληνο-ιταλικές διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Ιονίου πελάγους άρχισαν το 1973 στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο των προπαρασκευαστικών εργασιών της Γ’ Διπλωματικής Διασκέψεως Δικαίου θαλάσσης, μεταξύ των αντιστοίχων αντιπροσωπειών. Σύντομα διαφάνηκε η επιθυμία των δύο χωρών για σύναψη συμφωνίας οριοθετήσεως με βάση τις θεμελιώδεις αρχές και διατάξεις της συμβάσεως της Γενεύης 1958 και της διεθνούς πρακτικής, καθώς και προτάσεων, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να διατυπώνονται στις προπαρασκευαστικές αυτές συνόδους, σε σχέση με τα εξής ζητήματα :

– Την υφαλοκρηπίδα των νήσων. Και οι δύο χώρες επιβεβαίωσαν τότε, το σεβασμό τους στην αρχή, ότι η υφαλοκρηπίδα των νήσων ορίζεται με τους ίδιους κανόνες, με τους οποίους ορίζεται και η υφαλοκρηπίδα των ηπειρωτικών ακτών, χωρίς όμως να αναφερθεί ρητά στη σύνταξη της μεταξύ των σύμβαση, ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και τούτο μάλιστα, έγινε πεδίο αντιπαράθεσης στη Ελληνική βουλή, κατά την επικύρωση της. Εξάλλου αυτό αναφερόταν στην νομοθεσία της Ιταλίας περί υφαλοκρηπίδας.

– Την αναγνώριση της μέσης γραμμής, ως οριοθετικής γραμμής της υφαλοκρηπίδας των δύο χωρών, μετρούμενης από τις γραμμές βάσεως κάθε χώρας και χωρίς να κάνουν λόγο για ημίκλειστες θάλασσες και «ειδικές περιστάσεις».

Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω αρχών η Ιταλία αποδέχθηκε, ότι η μέση οριοθετική γραμμή μετράται από τη φυσική ακτογραμμή όλων των Ελληνικών νήσων του Ιονίου, δηλαδή των Οθωνών, Κερκύρας, Παξών, Αντιπαξών, Λευκάδας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Στροφάδων, καθώς και των απαραιτήτων ηπειρωτικών ακτών της Δυτικής Ελλάδας. Η Ελλάδα αποδέχτηκε, αντίστοιχα, τις ευθείες γραμμές βάσεως, με επιφύλαξη, κατ’ αρχήν, ως προς αυτές στην είσοδο του κόλπου του Τάραντα, λόγω μεγάλου μήκους του (άνοιγμα άνω των 60 ν.μ.). Η διαφορά, η οποία προέκυπτε κατά τον υπολογισμό της μέσης γραμμής, λόγω διαφορετικών ελληνικών και ιταλικών μεθόδων ως προς τις γραμμές βάσεως, του Κόλπου του Τάραντα και ως προς ορισμένα άλλα μικροζητήματα, αντιμετωπίσθηκε τελικά με “μικρές διαρρυθμίσεις -minor adjustments” της ως ανωτέρω μέσης γραμμής, κοινά αποδεκτές από τις δύο χώρες.

Κατά το προοίμιο της συμφωνίας ( που υπεγράφη την 24η Μαΐου 1977 στην Αθήνα και έχει επικυρωθεί από την Ελλάδα με το Ν.786/20-6-1978) τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν:

«να χαράξουν την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ζωνών της υφαλοκρηπίδας των ανηκουσών εις έκαστον των δύο κρατών επί τη βάση της αρχής της μέσης γραμμής».

Σύμφωνα με την §1του άρθρου 1:

«Επί τω τέλει εφαρμογής της αρχής της μέσης γραμμής της μνημονευομένης εις το προοίμιον της παρούσης συμφωνίας και λαμβανομένων υπ’ όψιν των συμφωνηθεισών αμοιβαίων μικρών διαριθμήσεων, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ζωνών της υφαλοκρηπίδος των ανηκουσών εις έκαστον των δύο κρατών καθορίζεται δια των τόθων μεγίστου κύκλου τα οποία συνδέουν τα ακόλουθα σημεία:…».

Οι προαναφερθείσες διατάξεις μας οδηγούν να παρατηρήσουμε:

α) Η συμφωνία είναι βασισμένη στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την Υφαλοκρηπίδα και ειδικώς στα άρθρα 1 και 6 αυτής, αν και δεν αναφέρεται αυτό στη συμφωνία, προφανώς διότι δεν είχε υπογραφεί η σύμβαση αυτή από την Ιταλία, ούτε έγινε αναφορά τουλάχιστον, ότι η Ιταλία δέχεται την βασική αρχή του διεθνούς εθιμικού δικαίου, ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα.

β) Τα συμβαλλόμενα μέρη υιοθέτησαν τη μέση γραμμή, χωρίς να ορίζονται ρητά οι γραμμές βάσεως της κάθε χώρας, αν και η Ελλάδα ακολούθησε τις φυσικές,(των νήσων του Ιονίου Πελάγους και της Ηπειρωτικής κατά περίπτωση) καθότι όταν κύρωσε τη σύμβαση έκανε δήλωση, ότι ελλείψει άλλης διεθνούς συμφωνίας θα εφαρμόζει το σύστημα των φυσικών ακτών, ενώ η Ιταλία ακολούθησε τις ευθείες γραμμές βάσεως των ηπειρωτικών ακτών της και μάλιστα άνω των 24 ν.μ..

Να σημειωθεί δε εδώ – και η παρατήρηση είναι θεμελιώδης- ότι στα Ελληνικά νησιά του Ιονίου αναγνωρίσθηκε, κατά την οριοθέτηση, μια υφαλοκρηπίδα ακριβώς όπως και στο ιταλικό ηπειρωτικό έδαφος, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη ο πληθυσμός, η επιφάνεια ή οποιοδήποτε άλλο κριτήριο.

γ) H συμφωνία αυτή ακολούθησε αυστηρά την πρακτική που ήταν καθιερωμένη στην Μεσόγειο και στον κόσμο σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και αποτελούσε ένα πολύ σημαντικό προηγούμενο, καθόσον η Ιταλία μη όντως δεσμευμένη από τη σύμβαση του 1958 για την Υφαλοκρηπίδα, δέχεται ως προς αυτήν την εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών που αναγγέλλονται στα αρθ. 1 και 6 της Σύμβασης της Γενεύης του 1958. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αναφέρθησαν ρητώς στην Σύμβαση της Γενεύης για τον απλούστατο λόγο ότι οι κανόνες των άρθρ. 1 και 6 της Σύμβασης ήταν ακριβώς και πριν από όλα εθιμικοί που εφαρμόζονταν έναντι πάντων.

δ) Στο άρθρο ΙΙ(2) γίνεται αναφορά και λόγος θεμάτων που συνθέτουν την Αρχή της συνεκμετάλλευσης (παρεισάγει την αρχή της συνεκμετάλλευσης). Αυτό σε συνδυασμό με προηγούμενες αποκλίσεις τεχνικού και πολιτικού χαρακτήρα αποτελούσε κίνδυνο για τη χώρα μας στη περίπτωση του Αιγαίου, να δώσει ένα τέτοιο δεδομένο, ώστε τα ελληνικά στρατηγικά συμφέροντα να πληγούν από αυτή τη σύμβαση που την ήθελαν «σύμβαση πρότυπο»

ε) η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ζωνών της υφαλοκρηπίδας που ανήκουν σε καθένα από τα δύο κράτη, υπέστη ασήμαντες διευθετήσεις, αμοιβαίως συμφωνηθείσες, για τεχνικούς, πρακτικούς και ιστορικούς; κυρίως λόγους, όπως ισχυριζόταν η Ιταλία για τον Κόλπο του Τάραντα, καθώς έγινε αποδεκτό ταυτοχρόνως, το σύστημα μέτρησης από ευθείες γραμμές βάσης και με άνοιγμα κόλπων 24 ν.μ. για την Ιταλία, έναντι των φυσικών ακτογραμμών και άνοιγμα κόλπων 10ν.μ. που εφαρμόζει η χώρα μας στη νησιωτική και ηπειρωτική παράκτια περιοχή.

Πράγματι, οι διευθετήσεις αυτές κάλυψαν μια έκταση περίπου 750 τ.χ. (0,4 %) στο σύνολο της υφαλοκρηπίδας του Ιονίου Πελάγους, έκτασης επιφάνειας 185.000 τ.χ.

Στη συνέχεια στην §3 του αρθ.1. «Τα συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν όπως προς το παρόν η οριοθέτηση μη επεκταθεί προς Βορράν, πέραν του σημείου 1 και προς Νότον πέραν του σημείου 16. Υπήρξαν τότε μικρές αμοιβαίες διαρρυθμίσεις της μέσης γραμμής. Επίσης ελήφθησαν υπόψη τα μικρά ελληνικά νησιά της περιοχής, δηλαδή οι Οθωνοί στα Β.Δ. της Κέρκυρας και οι Στροφάδες στα νοτιοδυτικά της Ζακύνθου. Άφηνε ανοικτό, η οριοθέτηση αυτή να επεκταθεί μεταγενεστέρως προς τας αυτάς κατευθύνσεις προς τας δύο πλευράς μέχρι των σημείων συναντήσεως μετά των ζωνών της υφαλοκρηπίδας των αντιστοίχων γειτονικών χωρών». Η οριοθετική γραμμή (σημείο 1) ξεκίνησε 7 ν.μ. Νότια του τριεθνούς σημείου Ιταλίας-Ελλάδας-Αλβανίας, στη Βόρεια κατάληξή τους, και στη Νότια κατάληξη (σημείο 16) περί τα 29 ν.μ., βορείως του τετραεθνούς Ιταλίας-Ελλάδας-Μάλτας-Λιβύης.

Η συμφωνία καθορίζει 16 σημεία. Ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στα Βόρεια, πέρα από το σημείο 1(Αλβανία) και στα Νότια πέρα από το σημείο 16(Μάλτα-Λιβύη), η γραμμή που χαράχτηκε μεταξύ των σημείων 1 και 16, θα επεκταθεί όταν έλθει η στιγμή προς τις ίδιες κατευθύνσεις (εφαρμογή της μέσης γραμμής) κατά τις δυο έννοιες μέχρι των σημείων ζεύξεως με τις ζώνες της υφαλοκρηπίδας των γειτονικών χωρών. Επομένως, άφηνε στις μέλλουσες διαπραγματεύσεις με την Αλβανία (συμφωνία μεταξύ Αλβανίας και Ιταλίας 1992 και συμφωνία μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας 2008-9) και τη Λιβύη, Μάλτα για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιταλία να υιοθετήσουν τη μέση γραμμή. Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι για τη χάραξη του ορίου στην προκειμένη συμφωνία, τα γεωλογικά κριτήρια αποκλείσθηκαν σύμφωνα με την ελληνική θέση, δηλαδή ότι τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας βασίζονται σε νομικούς κανόνες και όχι σε γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του βυθού. Άρα το πρόβλημα της βαθιάς τάφρου του Ιονίου Πελάγους ρυθμίστηκε κατά τρόπο εξαιρετικά απλό. Δεν ελήφθη καθόλου υπόψη η ύπαρξη της βαθιάς τάφρου, εφάρμοσαν απλούστατα την αρχή της μέσης γραμμής

Η Ελληνο-Ιταλική τότε συμφωνία οριοθέτησης της Υφαλοκρηπίδας, αν και δεν κάνει ρητή αναφορά ότι έλαβε υπ’ όψιν για την οριοθέτηση τα νησιά και εξαιρεθούν οι διατάξεις περί συνεκμετάλλευσης, ήταν δυνατό να επιδεικνύεται ως υπόδειγμα ειρηνικής διευθετήσεως της οριοθετικής διαφοράς περί την υφαλοκρηπίδα, μεταξύ απέναντι κρατών (όπως ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας), βασιζόμενης στην αμοιβαία κατανόηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των δύο χωρών, την αρχή της μέσης γραμμής, στις αρχές του δικαίου, καθώς σε αισθήματα καλής πίστεως και καλής γειτονίας.

ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ, 2020

Αρχικά ας δούμε το διμερές νομικό “περιβάλλον” της νέας ελληνοϊταλικής συμφωνίας. Και οι δύο χώρες έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας και δεσμεύονται από αυτήν. Η Ιταλία έχει 12 ν.μ. Αιγιαλίτιδας Ζώνης, ενώ η Ελλάδα 6 ν.μ. (και παραδόξως 10 ν.μ. στον εναέριο χώρο). Η Ιταλία έχει θεσπίσει ευθείες γραμμές βάσης με άνοιγμα κόλπων άνω των 24 ν.μ..από το 1977, κερδίζοντας έτσι θαλάσσιες περιοχές ως “εσωτερικά ύδατα”, κι έχει “κλείσει” τον Κόλπο του Τάραντα ως “ιστορικό” κόλπο της, παρά την αμφισβήτηση κάποιων κρατών για την νομιμότητα αυτή της ενέργειάς της.

Η Ιταλία έχει θεσπίσει Αρχαιολογική Ζώνη 24 ν.μ. και αντίστοιχη Συνορεύουσα Ζώνη για να ελέγχει τη λαθρομετανάστευση. Επίσης, έχει κηρύξει “Ζώνη Οικολογικής Προστασίας” σε ορισμένες παρακείμενες θάλασσές της. Ελλάδα και Ιταλία έχουν δυνητικά το δικαίωμα θέσπισης της Ευρωπαϊκής Αλιευτικής Ζώνης των 12 ν.μ. ως κράτη μέλη της ΕΕ.

Εμείς δεν υιοθετήσαμε τη «Συνορεύουσα Ζώνη» (μέχρι τα 24 ν.μ. από τις ακτές) και χάνουμε έτσι πολύτιμες αρμοδιότητες μεταναστευτικού, δημοσιονομικού, υγειονομικού και αρχαιολογικού ελέγχου! Είναι τραγελαφικό ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη την «Αρχαιολογική Ζώνη» την οποία η ίδια πρότεινε (και έγινε αποδεκτή) στην 3η Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982), από την οποία προέκυψε η Σύμβαση του 1982, που χαρακτηρίστηκε ως ο Συνταγματικός Χάρτης των Ωκεανών!

Με τη συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών (και ουχί ΑΟΖ), που υπέγραψαν στις 9 Ιουνίου 2020 η Ελλάδα και η Ιταλία, η οριοθετική γραμμή της διμερούς συμφωνίας του 1977, για την οριοθέτηση των υφαλοκρηπίδων των δύο χωρών, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσιμες συντεταγμένες, δεν ακολουθήθηκε επακριβώς. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι όταν η Ελλάδα ανακηρύξει αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ), γενικά ή μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή, αυτή θα είναι οριοθετημένη, όμως, η έκτασή της στα άκρα της (σημεία 1 και 16), θα είναι περιορισμένη προς βορρά και νότο, κατά 0,7( από 39,57΄,7΄΄ σε 39,57΄) και 0,2 εκ.(από 35,34΄,2΄΄ σε 35,34΄),της γεωγραφικής μοίρας, αντίστοιχα. Συντεταγμένες που άπτονται της επήρειας των Νήσων, Οθωνοί και Στροφάδων, αντίστοιχα και που στρατηγικά είναι καταδικαστέο για τα συμφέροντα ργς Ελλάδος. Το άρθρο 2 της συμφωνίας προβλέπει ότι αν ένα από τα αντισυμβαλλόμενα μέρη αποφασίσει να ανακηρύξει μια θαλάσσια ζώνη, πρακτικά ΑΟΖ, πρέπει να ενημερώσει σχετικά, το ταχύτερο δυνατό, το άλλο μέρος. Η οριοθετική λοιπόν γραμμή της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη κατά βάση υπό το καθεστώς της τότε ισχύουσας Σύμβασης της Γενεύης του 1958 για το Δίκαιο της Θάλασσας, δεν διατηρείται συνεπώς απολύτως αμετάβλητη και δεν επεκτείνεται ούτε προς Βορρά (Αλβανία) ούτε προς Νότο (Μάλτα και Λιβύη) έως ότου συντελεστούν οι οριοθετήσεις με τις αντίστοιχες γειτονικές χώρες.

Η αποδοχή από την Ελλάδα ως παραδοσιακών δικαιωμάτων πρόσβασης των ιταλικών αλιευτικών στην περιοχή, είναι μια ακόμη παραχώρηση της ετεροβαρούς αυτής σύμβασης. Αυτός, μάλιστα, ο διακανονισμός λαμβάνει τη μορφή νομικά δεσμευτικής κοινής πρότασης των δύο χωρών προς την ΕΕ για τροποποίηση του σχετικού ενωσιακού κανονισμού αλιείας. Ο διακανονισμός ισχύει μάλιστα και πριν τη θέση σε ισχύ της νέας συμφωνίας. Η Ιταλία, όμως, έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ., ενώ η Ελλάδα 6 ν.μ. με δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 ν.μ. Τι θα γίνει όταν η Ελλάδα αποφασίσει να ασκήσει επιτέλους το δικαίωμά της; Υπογράφηκε, μας ενημερώνει η Βασ. Σοφίας, και κοινή γνωστοποίηση προς την Κομισιόν, με την οποία οι δύο χώρες ζητούν τη μελλοντική τροποποίηση του κανονισμού περί κοινής αλιευτικής πολιτικής, ώστε οι Ιταλοί ψαράδες να κινούνται στην περιοχή μεταξύ 6 ν.μ. – 12 ν.μ. Σύμφωνοι, τίθεται οροφή στον αριθμό των ιταλικών αλιευτικών και στα είδη που μπορούν να ψαρεύουν εντός της οριοθετημένης ΑΟΖ. Η επίσημη αναγνώριση του “παραδοσιακού” δικαιώματος των Ιταλών αλιέων να ψαρεύουν έξω από τα 6 νμλ και μέχρι τα 12 (εάν ανακηρύξουμε κάποτε χωρική θάλασσα μέχρι τα 12 νμλ), το οποίο είναι κατάφωρα καταχρηστικό, αφού αφενός η περιοχή είναι πολύ μακριά από την Ιταλική ακτογραμμή και εγγύς της Ελληνικής, πόσο μάλλον όταν η χωρική θάλασσα είναι περιοχή πλήρους κυριαρχίας και δεν υπόκειται σε οιαδήποτε υποχρέωση διαπραγμάτευσης. Αυτό κατά παρέκκλιση συνεπάγεται, εκτός από την επίσημη διεθνή ενημέρωση και την υιοθέτηση από τη χώρα μας πολύπλοκης κανονιστικής νομοθεσίας για θέματα αλιευτικής έρευνας, διαχείρισης και διατήρησης αλλά και εκμετάλλευσης, καθώς και αντίστοιχης για την αειφορική διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος (φυτικού και ζωικού) και των όρων για την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ στην περιοχή της ΑΟΖ.

Η Ελλάδα στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής δήλωσης που υπεγράφη ταυτόχρονα με τη συμφωνία, θεωρεί προφανές ότι τα όρια των οικοπέδων (block) που έχει ορίσει στο Ιόνιο για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων θα είναι συμβατά με την οριοθετική γραμμή μεταξύ των δύο χωρών και όποιες προσαρμογές είναι αναγκαίες πρέπει να γίνουν πριν την κύρωση, επικύρωση και θέση σε ισχύ της νέας συμφωνίας, δηλ. θα προβούμε ασφαλώς σε περιορισμό εκτάσεων των θαλασσίων οικοπέδων μας, τροποποιώντας και τα όρια της συναφθείσης συμφωνίας με την Αλβανία του 2009 και των κατατεθειμένων συντεταγμένων του χάρτη Μανιάτη του 2011 .

Υπενθυμίζεται ότι η χώρα μας είναι η τελευταία (149η) παγκοσμίως από τις παράκτιες χώρες σε θαλάσσια δικαιώματα, και αυτό γιατί παρά το ότι δικαιούται όλες τις θαλάσσιες ζώνες και μάλιστα “πληθωρικά” λόγω των 15.000 χιλιομέτρων μήκους ακτών που διαθέτει (ηπειρωτικών και νησιωτικών), δυστυχώς δεν έχει θεσπίσει και δεν απολαμβάνει τα αντίστοιχα δικαιώματα “αυτοβούλως”. Αυτό οφείλεται είτε σε ολιγωρία είτε σε λόγους “φοβικού συνδρόμου” απέναντι στην Τουρκία που την απειλεί με “αιτία πολέμου” (Casus Belli) αν εφαρμόσει τις νόμιμες ρυθμίσεις του Δικαίου της Θάλασσας ιδίως στο Αιγαίο, αλλά πλέον όχι μόνο (και στην Ανατ. Μεσόγειο και Νοτίως της Κρήτης…!).

Η εν λόγω, λοιπόν, Συμφωνία δεν είναι ολοκληρωτικά αναντίλεκτη ως προς τη σημασία της ουσίας της ή τις γεωπολιτικές παρενέργειές της, αναφορικά με τις θέσεις της Ελλάδας. Στη Συμφωνία της με την Ιταλία, η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις προβλέψεις της UNCLOS, δέχεται ‘‘μειωμένη επήρεια’’ των Διαπόντιων νήσων και των Στροφάδων. Αν, επομένως, έχουν, και η Ελλάδα δέχεται να έχουν, ‘‘μειωμένη επήρεια’’ οι Οθωνοί, που έχουν έκταση 10,8 τ.χλμ και πληθυσμό (κατά την απογραφή του 2011) 393 κατοίκους, τότε γιατί να μην έχει ‘‘μειωμένη επήρεια’’ και το Καστελόριζο ( οι Τούρκοι προβάλουν την μηδενική επήρεια των νήσων, όπως ισχυρίζονται για να συμβιβαστούν στην μειωμένη, όπως θέλουν ) το οποίο έχει έκταση 9,1 τ.χλμ και 492 κατοίκους; Αν συνεπώς, πρόκειται να συνάπτονται διεθνείς συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, στις οποίες μπορεί να παραβλέπεται η πλήρης επήρεια των νησιών (έτσι όπως την ορίζει και αποδίδει το διεθνές δίκαιο), και να αποδίδεται σ’ αυτά, χάριν επιτεύξεως προσέγγισης των συμβαλλομένων μερών (των κρατών δηλαδή), μειωμένη επήρεια, πως μπορεί να θεμελιωθεί δογματικώς, νομικώς και διπλωματικώς μια άρνηση της Ελλάδας στο να δοθεί μειωμένη ή και καθόλου επήρεια στο Καστελόριζο; Περαιτέρω, υπ’ αυτό το πρίσμα, οι δηλώσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ, κ. Δένδια, για το Καστελόριζο, ότι τούτο έχει ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, αυτό ερμηνεύεται από την Τουρκία ως δήλωση αποδοχής μειωμένης επήρειας θαλασσίων ζωνών/ειρήσθω εν παραδώ ο κ. Δένδιας ουδέποτε έχει δηλώσει ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης έχει πλήρη επήρεια ΑΟΖ και συνεπώς επαφή η Ελλαδική με την Κυπριακή ΑΟΖ. Μάλιστα δε, σε συνέντευξη του στην δημοσιογράφο ΠΠΑΙΩΑΝΝΟΥ , αυτή η μαξιμαλιστική θέση εκφράζεται στην Ελλάδα μόνον από ακραίους κύκλους. Συνεπώς κατά τον κ. Δένδια, το Καστελόριζο και η Στρογγύλη, δεν έχουν πλήρη επήρεια και η Ελλάς δεν έχει κοινά σύνορα ΑΟΖ με την Κύπρο;

Όλα τα παραπάνω , λοιπόν και κάποια άλλα, θα ‘‘τα βρούμε μπροστά μας’’ στο άμεσο ή απώτερο μέλλον, καταδεικνύουν ότι η συναφθείσα Συμφωνία Ελλάδας-Ιταλίας παράγει ένα εξαιρετικό ‘‘περίπλοκο υποχωρητικό αποτέλεσμα’’ από γεωπολιτικής απόψεως.

Η στρατηγική επιδίωξη της ελληνικής πλευράς, να μετατρέψει κάποτε τη συμφωνία του 1977, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (παρά τα μικρά ελαττώματα της) σε συμφωνία <<πρότυπο>> για την οριοθέτηση και της ΑΟΖ, τόσο με την Ιταλία όσο με την Τουρκία και τα άλλα όμορα κράτη, που ήταν στόχος κύριας εξωτερικής μας πολιτικής και που είχαμε ιδιαιτέρως αναδείξει το 2009, με την Συμφωνία με την Αλβανία και το χάρτη Μανιάτη, αναθεωρήθηκε επικίνδυνα για τα εθνικά μας συμφέροντα, από τον κ. Δένδια και γενικότερα την μειοδοτική εξωτερική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, κάτω από το άγχος των Τουρκικών απειλών, περί ερευνών και γεωτρήσεων εντός της ΄΄παράνομης΄΄ ΤουρκοΛιβυικής ΑΟΖ, αλλά εντός της υφιστάμενης << κληρονομικώ δικαίω>>, ελληνικής Υφαλοκρηπίδας.

Το 1977 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή θεώρησε ότι, η υπογραφή μιας συμφωνίας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με την Ιταλία, μετά την ελληνοτουρκική κρίση του 1976 που ανάγκασε τη χώρα μας να προσφύγει και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και εντέλει στο να υπογράψει το πρωτόκολλο της Βέρνης και το moratorium ερευνών επί της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ήταν μια απτή απόδειξη ότι κάποιες γειτονικές χώρες στη Μεσόγειο μπορούν εύκολα να συμφωνήσουν σε οριοθέτηση με ειρηνικό και πολιτισμένο τρόπο.

Τότε μάλιστα, η Ελλάδα, υπό την πίεση αυτή και για να επιτευχθεί γρήγορα η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με την Ιταλία, επέδειξε διπλωματική ευελιξία. Έτσι, αποδέχθηκε μειωμένη επήρεια των Στροφάδων και των Διαποντίων Νήσων, δηλ. των άκρων και αντιμεταθέσεις περιοχών, αντιμετώπισε συνεπώς με «δημιουργικό» τρόπο τον κανόνα της μέσης γραμμής, οι συντεταγμένες συμφωνήθηκαν με τρόπο που δεν θα ενοχλούσε τις γειτονικές χώρες (Αλβανία, Λιβύη, Μάλτα), αλλά με μη ορθή στρατηγική αντίληψη, με συνέπεια τα εθνικά μας συμφέροντα να μην υπερασπίζονται στα κρίσιμα αυτά σημεία. Τώρα, 43 χρόνια μετά τη συμφωνία του 1977 και 26 χρόνια μετά την κύρωση από την Ελλάδα της Συνθήκης του Μοντέγκο Μπει για το νέο Δίκαιο της Θάλασσας, υπεγράφη η συμφωνία με περαιτέρω υποχωρήσεις της χώρας μας, μέσα στις γνωστές συνθήκες έντασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και μετά την υπογραφή, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, του λεγόμενου συμφώνου Τουρκίας – Λιβύης. Επειδή, όμως, και το 1977 και το 2020 η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνίες οριοθέτησης με την Ιταλία έχοντας στο νου της πρωτίστως την Τουρκία και την παραβατική και αντιπαραγωγική συμπεριφορά της, είναι νομικά, πολιτικά και εντέλει ιστορικά αναγκαίο να γνωρίζουμε επακριβώς την εσωτερική ισορροπία της συμφωνίας που υπεγράφη.

Καταρχάς η εσωτερική ισορροπία της συμφωνίας του 1977 που αφορά, αποκλίσεις από τη μέση γραμμή και την αρχή της πλήρους επήρειας των νησιών και σέβεται τις εκκρεμείς οριοθετήσεις με άλλες γειτονικές χώρες (πολυμερή σημεία), μεταφέρεται και στη συμφωνία του 2020 μάλιστα δε σε μεγαλύτερο βαθμό, προφανώς και προκειμένου να καταδείξει η ελληνική πλευρά τη θέληση της, για επαναδιαπραγμάτευση, σε νέα βάση, με την Αλβανία, τη Λιβύη αλλά και τα άλλα κράτη. Αν η Ελλάδα ζητούσε επαναδιαπραγμάτευση της οριοθετικής γραμμής και ενίσχυση των άκρων, στη βάση της συναφθείσης συμφωνίας με την Αλβανία του 2009 ή των κατατεθειμένων συντεταγμένων του χάρτη Μανιάτη του 2011, πιθανότατα θα τα κατάφερνε, αφού ούτως ή άλλως έκανε αρκετές άλλες παραχωρήσεις αλιευτικού ενδιαφέροντος . Βάσιμα όμως θεωρώ πώς κάτι τέτοιο δε ήθελε και δεν επεδίωξε να καταφέρει ο κ. Δένδιας και γενικότερα η ελληνική εξωτερική πολιτική, προκειμένου να είναι ελκυστική στις προσφορές προς τους μελλοντικούς συνομιλητές, για γρήγορα και αποτελεσματικά αποτελέσματα στήριξης της.

Ο κ. Δένδιας δεν είναι κανένα τυχαίο πρόσωπο. Είναι πολιτικός με συγκεκριμένο βιογραφικό και ιστορία. Είναι ο νέος ΥΠΕΞ ο οποίος το 2019 δεν μπορούσε να συγκρατηθεί όταν επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον για να επιδώσει τα διαπιστευτήριά του, λίγες μόνο μέρες μετά τις εκλογές, σπεύδοντας να κάνει αναφορές σε «συνέργειες» και «συνεκμετάλλευση» του εθνικού μας πλούτου. Αυτά είναι τα δείγματα γραφής του και αυτό το όραμά του για τη χώρα. Τα οποία προφανώς μοιράζεται με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του. Πρόκειται για το ίδιο πολιτικό προσωπικό, το οποίο αν και είχε τις προ μηνών προειδοποιήσεις των αναλυτών, ηθελημένα δεν έπραξε το παραμικρό για να σταματήσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Στο υπουργείο δεν άνοιξε καν μύτη, μιας και ο Δένδιας παρέμεινε στη θέση του για να προχωρήσει τώρα σε μία ακόμα μεθοδευμένη ήττα με την Ιταλία, προκειμένου να του λυθούν τα χέρια για περαιτέρω μειοδοτικές συμφωνίες. Είμαι πεπεισμένος ότι η συμφωνία αυτή θέλει και προορίζεται να επιδειχθεί ως συμφωνία <<πρότυπο>> συμβιβασμών και υποχωρήσεων προς την Αλβανία, Αίγυπτο, Λιβύη άλλα προπάντων με τη Τουρκία, έτσι ώστε να βγάλει από τα αδιέξοδα και περισώσει από την κατάρρευση σύσσωμο το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα της χώρας, ακόμη και σε βάρος των Εθνικών συμφερόντων μας. Δεν είναι τυχαίο ότι χέρι καθολικής στήριξης και της ανοχής του. Να μην ξεχνάμε λοιπόν τη μεγάλη εικόνα του προβλήματος της πατρίδας μας, από το 1995, όπου με τον νόμο 2321 η Ελλάδα έθεσε εν ισχύ τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, οι ευθύνες της εγκληματικής απραξίας σχετικά με την ΑΟΖ και την αιγιαλίτιδα είναι τεράστιες και βαραίνουν όλους όσους διετέλεσαν μέλη των κυβερνήσεων έκτοτε.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έχουν αποφασίσει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υπάρχει ως οικονομικά εξαρτημένη επαρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντασσόμενη στη τουρκική σφαίρα επιρροής, χωρίς δική της εξωτερική πολιτική. Μια επαρχία που θα εποικίζεται εντατικά από τα αφροασιατικά μεταναστευτικά ρεύματα, οι Έλληνες θα μεταναστεύουν και θα αφήνει τα κυριαρχικά της δικαιώματα να ακρωτηριάζονται, στο βωμό οδυνηρών  συμβιβασμών.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αδυνατεί σήμερα να αντιληφθεί τις ιστορικές του ευθύνες και να οργανώσει τον μόνο δρόμο που έχει η χώρα: τον δρόμο της αντίστασης. Και αυτό, όχι μόνο γιατί το υπαγορεύει η Ιστορία αυτού του τόπου, αλλά και γιατί κανένας συμβιβασμός δεν θα λύσει το πρόβλημα. Ας αφήσουμε λοιπόν τις αθηναϊκές ελίτ στην άκρη και τα σχέδια τους για «έντιμους συμβιβασμούς» με την Τουρκία και ας αρχίσουμε οι Έλληνες υπερασπιστές της Πατρίδας, να οργανώνουμε την ελληνική αντεπίθεση. Μόνο  η ελληνική αποφασιστικότητα μπορεί να συνετίσει την Τουρκία.

 

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ  ΑΝΩΤΑΤΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΟΣ έ.α.

Διαβάστε επίσης